δεκασταδιαῖος

δεκα-στᾰδιαῖος, α, ον,
A ten stadia high, Theo Sm. p.125 H.,al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεκασταδιαίος — δεκασταδιαῑος, α, ον (Α) αυτός που έχει διαστάσεις δέκα σταδίων …   Dictionary of Greek

  • δεκασταδιαίας — δεκασταδιαίᾱς , δεκασταδιαῖος ten stadia high fem acc pl δεκασταδιαίᾱς , δεκασταδιαῖος ten stadia high fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκασταδιαίαν — δεκασταδιαίᾱν , δεκασταδιαῖος ten stadia high fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.